βαλλάντιον

βαλλάντιον
Grammatical information: n.
Meaning: `purse' (com., Thphr.).
Other forms: (more often than βαλάντιον, s. Blaß-Debrunner7 par. 11 A. 2)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. Krahe (s. Frisk) thought it was north-balkanic, to Lat. follis. Cf. βαλλίον.
Page in Frisk: 1,214

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βαλλάντιον — bag neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλαντίοις — βαλλάντιον bag neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλαντίου — βαλλάντιον bag neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλαντίων — βαλλάντιον bag neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλαντίῳ — βαλλάντιον bag neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλαντίοις — βαλλάντιον bag neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλαντίου — βαλλάντιον bag neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλαντίων — βαλλάντιον bag neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλαντίῳ — βαλλάντιον bag neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλλάντια — βαλλάντιον bag neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαλάντια — βαλλάντιον bag neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.